ευθύνομαι


ευθύνομαι
[эфтиномэ] р. нести ответственность.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ευθύνομαι" в других словарях:

  • ευθύνομαι — βλ. πίν. 49 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευθύνομαι — έχω την ευθύνη να δώσω λόγο, είμαι υπεύθυνος: Για την απεργία ευθύνεται η εργοδοσία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐθύνομαι — εὐθύ̱νομαι , εὐθύνω guide straight aor subj mid 1st sg (epic) εὐθύ̱νομαι , εὐθύνω guide straight pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευθύνω — (ΑΜ εὐθύνω) [ευθύς] κάνω κάτι ευθύ, ευθειάζω, ισιάζω («ευθύνω μέταλλο») νεοελλ. 1. καθιστώ κάποιον υπεύθυνο, βαρύνω κάποιον με ευθύνες 2. (συν. μέσ.) ευθύνομαι είμαι υπεύθυνος, φέρω ευθύνη («θα τιμωρηθούν όσοι ευθύνονται για τις βομβιστικές… …   Dictionary of Greek

  • αποκρίνομαι — (AM ἀποκρίνομαι, Α κ. ἀποκρίνω) ( ομαι) 1. απαντώ, δίνω απάντηση 2. απολογούμαι (σε δικαστήριο) μσν. νεοελλ. ευθύνομαι, είμαι υπεύθυνος νεοελλ. 1. απαντώ με αυθάδεια 2. ανταποκρίνομαι, αντιστοιχώ μσν. 1. απευθύνω τον λόγο (χωρίς να προηγηθεί… …   Dictionary of Greek

  • συνευθύνω — ΝΜΑ [εὐθύνω] νεοελλ. μσν. (το μέσ.) συνευθυνομαι ευθύνομαι από κοινού με άλλον, είμαι συνυπεύθυνος αρχ. διορθώνω από κοινού με άλλον …   Dictionary of Greek

  • φταίω — πταίω, ΝΜΑ, και λόγιος τ. πταίω και διαλ. τ. φταίγω Ν υποπίπτω σε σφάλμα, κάνω λάθος, σφάλλω (α. «έφταιξε και πρέπει να πληρώσει» β. «ἐὰν πταίσωσί τι», Φιλήμ.) νεοελλ. είμαι ένοχος, υπαίτιος για κάτι, ευθύνομαι για κάτι («αυτός φταίει για το κακό …   Dictionary of Greek

  • φταίω — έφταιξα 1. αμτβ., πέφτω σε κάποιο σφάλμα, αμαρτάνω, βρίσκομαι σε άδικο: Έφταιξα, Θεέ μου, συχώρεσέ με. 2. είμαι ένοχος για κάτι, είμαι υπαίτιος, ευθύνομαι για κάτι: Δε φταίω εγώ για ό,τι έγινε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)